Γεννήθηκα στην Αθήνα στο μαιευτήριο της Αλεξάνδρας, κάτι μήνες μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, στις 11 του Γενάρη του 1968. Οι γονείς μου ήταν μάλλον αντίθετοι σε όλα μεταξύ τους, πλην της ομόνοιας που χρειάστηκε για την κατασκευή μου. Αυτή η κόντρα είχε να κάνει με τις καταγωγές τους. Μικρασιάτικη καταγωγή ο πατέρας μου, Ναυπακτιακής η μητέρα μου. Θυμάμαι πάντα στα γλέντια στο σπίτι της κόντρα του Ιωνικού με το Δωρικό. Ρετρό καντάδες, Καζαντίδης και βαλσάκια από τη μια μεριά, Τσάμικα, Καλαματιανά, καγκέλια από την άλλη.
Φοίτησα στο νηπιαγωγείο, στο δημοτικό, στο γυμνάσιο, στο λύκειο και στο πανεπιστήμιο (χώρια ο στρατός) εκτός από την όντως Παιδεία που έλαβα την προφορική, και πέρασα όλα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια σε κάποιες γειτονιές στο 'Ανω Καλαμάκι. Αριστούχος· θα είχα γλιτώσει απ όλα τα βάσανα έχοντας καριέρα υπαλλήλου από νωρίς αν δεν είχα πάρει μια μελλόντικα στα οκτώ μου χρόνια για τα κάλαντα όπως όλος ο κόσμος, που μετά όμως έμενα μου'μεινε και γύρισε σε κλαρίνο.
Έκτοτε μπήκα σε μια περιπέτεια να συλλέγω πράγματα όπου βρω, σε πανηγύρια, σε αλώνια, σε σαλόνια, στο Πεζοδρόμιο, στο Πανεπιστήμιο, σε βλάχους, σε τσιγγάνους, σε λόγιους, σε παραστάσεις, σε γλέντια, σε ποιήματα, και σε ταξίμια. Επιλογή μου.
Κατά τα 22 μου τράβηξα έναν διχασμό μεταξύ σοβαροφανούς μικροαστού φοιτητού καλλιεργημένου, και κλαριντζή πανηγυριώτη. Κατόπιν νομίζω ότι το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με συνθετική διαδικασία.
Λατρεύω τα μη αυθεντικά πράγματα, τα αλλιώς αποκαλούμενα και νόθα.
Έπαιξα με πολλούς και καλούς μουσικούς και τραγουδιστές. Νιώθω να πω ευχαριστώ στην Τασία Βέρρα, στιν Διονύση Σαββόπουλο, στον Γιώργο Ανδρέου, στην Ελευθερία Αρβανιτάκη και στον Γιώργο Νταλάρα, καθώς και σε όλους τους άλλους.
Τυγχάνω και καλός οικογενειάρχης αν και δηλώνω εχθρός αυτού που επιστημονικός ορίζεται ως αήθης οικογενειοκρατία, ενώ μια αποστροφή μου προς την πολλή εθνικοφροσύνη μάλλον θα σχετίζεται με την αριστερή καταγωγή των δικών μου.
Μ' αρέσει να κλαίνε οι άνθρωποι και να στενάζουν όταν ακούν μουσική.
Δεν μ' αρέσουν οι γούνες και οι κυρίες με το παγωμένο
χαμόγελο. Μ' αρέσουν τα θερμά πράγματα, η μυρωδιά του χαρτιού,
το πορφυρό χρώμα, οι μακαρονάδες, ο ποιητής Σαραντάρης, η μυρωδιά των μωρών, οι σοκολάτες και η οδός Σόλωνος.
Η όποια σχέση με την παραδοσιακή μουσική ήταν σχέση επιλογής και προσωπικής ευθύνης και όχι καταγωγής ή κερδοσκοπίας δόξα τω Θεώ.
Ακραία μέρη που έπαιξα μεταξύ γκλαμουριάς και βλαχουριάς το κορυφαίο Jazz Φεστιβάλ του Montreux στην Ελβετία και το επίσης κορυφαίο πανηγύρι της Βοϊτσάς στην Ναυπακτία.
Επιδίωξή μου, μάλλον ανέφικτη, η απενοχοποίηση των προσώπων από διαχωριστικές γραμμές, στυλ, στεγανά παραδοσιακά η αντιπαραδοσιακά εθνικά οικουμενικά και άλλα, προσδοκώντας πάντα την αίσθηση και την γοητεία της Μουσικής. Επίσης θα ευχόμουν ως μουσικός και ακροατής να αρθεί η λογική του μπάρμπα Θωμά μεταξύ μουσικών και ακροατών δηλαδή η λογική του ότι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, ούτως ώστε να πάψει η άλογη λατρεία και εξιδανίκευση του παρελθόντος και να ξεφύγουμε μέσω της ατομικής του ευθύνης ο καθένας από την λογική της αγέλης και του ομαδισμού.
Ωστόσο το κλαρίνο παραμένει πάντα μαύρο και συχνά απελπιστικά φολκλορικό.
(Αναδημσίευση απ'το Δίφωνο Απρίλιου 2004)
πίσω »